WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
trouble with n informal (problem posed by)το κακό με κτ έκφρ
  το πρόβλημα με κτ έκφρ
 The trouble with living in the country is that you have to drive everywhere.
 The trouble with cats is they leave their fur everywhere.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
trouble yourself with [sth/sb] v expr (bother to attend to)ανησυχώ για κτ/κπ ρ αμ + πρόθ
  ασχολούμαι με κτ/κπ ρ αμ + πρόθ
  (καθομιλουμένη, μεταφορικά)σκάω για κτ/κπ ρ αμ + πρόθ
  (καθομιλουμένη)μπαίνω στον κόπο να ασχοληθώ με κτ/κπ έκφρ
 Don't trouble yourself with the details, just read what's essential.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση trouble with στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «trouble with».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!